Ο θεσμός που αγαπήσαμε!

Ευρωμπάσκετ ονομάζεται το πρωτάθλημα καλαθοσφαίρισης για τις εθνικές ομάδες ανδρών της ευρωπαϊκής ζώνης της FIBA ( αν και δεν ταυτίζεται απολύτως με την Ευρώπη ως ήπειρο). Παλαιότερα ονομαζόταν επισήμως Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Καλαθοσφαίρισης. Τρέχουσα κάτοχος του τίτλου είναι η Σλοβενία.

Διοργανώνεται κάθε τέσσερα έτη από τη FIBA Europe, στις μονές χρονιές ώστε να μη συμπίπτει με τις παγκόσμιες διοργανώσεις. Πέραν του ότι αναδεικνύει τον πρωταθλητή της ζώνης, το Ευρωμπάσκετ χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια και ως κριτήριο για πρόκριση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ή τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ανάλογα με το ποια διοργάνωση ακολουθεί την επόμενη χρονιά.

Ο θεσμός εγκαινιάστηκε το 1935, με τις πρώτες διοργανώσεις να μονοπωλούνται από δύο χώρες της Βαλτικής, τις Λετονία και Λιθουανία.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέτειλαν τα άστρα των χωρών του ανατολικού μπλοκ. Έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80 το χρυσό μετάλλιο κατέληγε συνήθως στη Σοβιετική Ένωση, ενώ άλλες μεγάλες δυνάμεις αυτής της περιόδου υπήρξαν οι Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία. Από αυτές, η τελευταία ήταν ουσιαστικά η μόνη ομάδα που κατάφερνε να συναγωνίζεται σε σταθερή βάση τους Σοβιετικούς, κερδίζοντας τρεις στη σειρά διοργανώσεις στη δεκαετία του ’70.

Το 1983 η Ιταλία γίνεται η πρώτη χώρα που εκθρονίζει τους «ανατολικούς» από την πρώτη θέση – θα το επαναλάβει η Ελλάδα το 1987. Σοβιετικοί και Γιουγκοσλάβοι πάντως θα συνεχίσουν να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο έως τη διάλυση των κρατών τους.

Οι κοσμογονικές πολιτικές αλλαγές του 1991, καθώς και η άρση της απαγόρευσης συμμετοχής που ίσχυε για τους παίκτες του NBA (1992), έχουν άμεση επίδραση στο Ευρωμπάσκετ. Από τη μία τα μετάλλια γίνονται θεωρητικά πιο προσβάσιμα για τις καλές ομάδες, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχουν πια τα ακλόνητα μεγαθήρια. Απ’ την άλλη όμως, ανεβαίνει κατακόρυφα το επίπεδο δυσκολίας ακόμη και για τις μεσαίες θέσεις, με πολλές από τις νεοσύστατες εθνικές ομάδες (Σερβία, Κροατία, Ρωσία, Λιθουανία κ.ά.) να αποδεικνύονται ικανοί συνεχιστές της παράδοσης που κουβαλούν. Στο Ευρωμπάσκετ του 1993, οι μισές θέσεις των προημιτελικών καταλαμβάνονται από πρώην Σοβιετικούς ή Γιουγκοσλάβους. Ομοίως το 1995, όταν μάλιστα και τα τρία μετάλλια καταλήγουν σε τέτοιες χώρες, κ.ο.κ. Ιδίως οι Σέρβοι – υπό την ονομασία ακόμη της Γιουγκοσλαβίας – εξελίσσονται στους νέους αυτοκράτορες της Ευρώπης, κατακτώντας τις 3 από τις 4 διοργανώσεις της περιόδου 1995-2001. Παράλληλα, η συμμετοχή πολλών παικτών από το ΝΒΑ κάνει το άθλημα πολύ πιο αθλητικό και γρήγορο σε σύγκριση με το παρελθόν.

Οι επόμενες διοργανώσεις θα κυλήσουν με εναλλαγές διαφόρων χωρών στις πρώτες θέσεις μέχρι την εκτίναξη της Ισπανίας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Με τρεις συνεχόμενες συμμετοχές σε τελικούς (2007, 2009, 2011), από τις οποίες θα κερδίσει τους δύο τελευταίους, η Ισπανία θα γίνει η πρώτη χώρα μετά το 1997 που κατακτά δεύτερο συνεχόμενο τίτλο.

Ο ελληνικός άθλος που «σφήνωσε» στην καρδιά μας!

Ήταν το 1987 τότε που οι Έλληνες ένιωσαν την πρώτη μεγάλη χαρά και υπερηφάνεια για τον ελληνικό αθλητισμό ο οποίος σε ομαδικό επίπεδο κατακτά την κορυφή της Ευρώπης!

Οι Έλληνες ήταν λάτρεις του ποδοσφαίρου και τα γήπεδα στους αγώνες γέμιζαν ασφυκτικά. Ωστόσο το ποδόσφαιρο δεν είχε δώσει μέχρι τότε χαρά στους Έλληνες σε επίπεδο εθνικής ομάδας. Τότε ήρθε ένα άλλο άθλημα με μία χρυσή γενιά παικτών, να αναπληρώσει και με το παραπάνω αυτό το κενό. Ήταν η εθνική ομάδα του μπάσκετ με παίκτες οι οποίοι όχι μόνο έκαναν διάσημο το άθλημα αυτό στην Ελλάδα, αλλά οι ίδιοι θα μπορούσαν να σταθούν στα καλύτερα πρωταθλήματα του κόσμου, ίσως και στο ΝΒΑ.

Η διοργάνωση του 1987 ήταν η 25η που διοργανώθηκε από την FIBA και ήταν από τις πιο δύσκολες όλων των εποχών. Το τουρνουά πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στο σχετικά καινούριο τότε Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ). Μασκότ της διοργάνωσης ήταν ο πελαργός με το όνομα Ολύμπιος.

Ο χαρακτηρισμός ως της πιο δύσκολης διοργάνωσης δεν ήταν τυχαίος. Ομάδες όπως της θρυλικής Σοβιετικής Ένωσης των Βάλτερς, Βολκόφ, Μαρτσουλιόνις, Τκατσένκο, της Γιουγκοσλαβίας με παίκτες όπως οι Ντράζεν Πέτροβιτς, Ντίβατς, Τζόρτζεβιτς, Πάσπαλι, της Ισπανίας με θρύλους όπως οι Σαν Επιφάνιο, Σιμπίλιο, Χιμένεθ, Σολοθάμπαλ, αλλά και της Ιταλίας των Ρίβα, Μπρουναμόντι, Μανίφικο μόνο ως εύκολα αντιμετωπίσιμες δεν μπορούσες να τις χαρακτηρίσεις. Μέσα σε αυτά τα μεγαθήρια ήταν και η Ελλάδα η οποία τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να εδραιώνεται με τις εμφανίσεις της ως μία νέα αλλά και μικρή (από άποψη ιστορίας) ομάδα, με πολύ αξιόλογους όμως παίκτες.

Πρώτος αγώνας για την Εθνική μας ήταν με την Ιταλία την οποία και κερδίζουμε με 90-78. Αμέσως επόμενο θύμα των Ελλήνων παικτών ήταν η θρυλική Γιουγκοσλαβία η οποία ηττάται σε ένα δύσκολο ματς με 81-77. Και έρχεται ο μεγάλος τελικός.

Σε ένα κατάμεστο ΣΕΦ το οποίο σειόταν κυριολεκτικά με το άκουσμα του Εθνικού Ύμνου και της ιαχής «Ελλάς-Ελλάς», η μικρή Ελλάδα των 8,5 εκατομμυρίων κατοίκων αντιμετώπιζε την Σοβιετική Ένωση των 250.000.000!

Το παιχνίδι απλώς απολαυστικό με την αγωνία να διαρκεί μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Όλα τα παιδιά έδωσαν ό,τι είχαν στην ψυχή τους προκειμένου η Ελλάδα να κερδίσει, ωστόσο χωρίς να υπάρχει η διάθεση να αδικηθεί κανείς, το χάιλάιτ του αγώνα ήταν η τερατώδης ψυχραιμία που έδειξε ο Αργύρης Καμπούρης στις τελευταίες του βολές φέρνοντας την εθνική μας μπροστά στο σκορ.

Google search engine

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*