Τα πανεπιστημιακά χρόνια του Τσαρλς Μπάρκλεϊ

Αντικρίζοντας κανείς τον Τσαρλς Μπάρκλεϊ στον πρώτο του χρόνο στο Ομπέρν, το τελευταίο που θα πίστευε είναι ότι πρόκειται για αθλητή. Με βάρος και όγκο που ωθούσε τους πάντες να τον χαρακτηρίζουν ως «χοντρούλη», λίγοι του έδιναν πιθανότητες να πετύχει. Φυσικά, όσοι τον αμφισβήτησαν διαψεύστηκαν πανηγυρικά από τις επιδόσεις του.

Στα τρία χρόνια που ο «Σερ» έμεινε στο κολέγιο κατέκτησε ισάριθμους τίτλους κορυφαίου ριμπάουντερ της πολιτείας. Κι όμως, ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι δύσπιστος και να στέκεται στο βάρος του. «Ήμουν επί τρία συναπτά έτη πρώτος στα ριμπάουντ και όλοι το αγνοούσαν, επειδή έδιναν σημασία μόνο στο βάρος μου», δηλώνει ο ίδιος. Βέβαια αυτό ποσώς τον επηρέασε, αφού πέτυχε το μειονέκτημά του να το μετατρέψει σε πλεονέκτημα.

Δεν έπαιζε ρόλο που το ύψος του δεν ξεπερνούσε τα 192 εκατοστά. Ο Μπάρκλεϊ αξιοποιούσε τον όγκο του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να εκτοπίζει τους ψηλότερους αντιπάλους του, ενώ με το μαχητικό του πνεύμα και το καλό του σουτ είχε αποκτήσει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται τα όποια μις-ματς υπέρ του. Το πρώτο, πάντως, αμφιλεγόμενο στοιχείο του χαρακτήρα του δεν άργησε να φανεί: ο νεαρός φόργουορντ είχε γνώμη και άποψη για τους πάντες και τα πάντα. Και το χειρότερο (;) ήταν ότι δεν είχε κανέναν με κανέναν ενδοιασμό να τη μοιραστεί με τους πάντες.

Αναμενόμενα αυτό του δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις του με τον Σαμ Σμιθ, έναν προπονητή παλαιών αρχών που πρέσβευε το ιδεώδες της πειθαρχίας. Η συνύπαρξη των δυο τους πέρασε από σαράντα κύματα, καθώς κανείς δεν έβαζε νερό στο κρασί του, αν και στο τέλος ήταν ο κόουτς του Ομπέρν εκείνος που υποχώρησε πρώτος, αναγνωρίζοντας πως «Ο Τσαρλς ήταν ένα απλά ατίθασο παιδί. Εγώ ως προπονητής απαιτούσα οι παίκτες να έχουν έναν ευπρεπή τρόπο συμπεριφοράς, εντός κι εκτός γηπέδου. Στην περίπτωσή του, όμως, κατάλαβα πως απέδιδε καλύτερα, όταν δεν είχε το μυαλό του σε τέτοια θέματα».

Με τη λήξη της τρίτης του χρονιάς στο κολέγιο, ο μετέπειτα άσος του NBA υπέστη μια από τις μεγαλύτερες ήττες του σε προσωπικό επίπεδο. Μολονότι είχε επιλεγεί αρχικά στην εθνική ομάδα των ΗΠΑ που θα συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες (μεγάλο αστέρι της οποίας ήταν ο Μάικλ Τζόρνταν), στη συνέχεια κόπηκε από τον αυστηρό και ιδιόρρυθμο προπονητή, Μπόμπι Νάιτ, που δε δεχόταν επουδενί να έχει υπό τις εντολές του έναν παίκτη με την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του Τσαρλς Μπάρκλεϊ. Ακόμα και αυτό όμως ουδόλως πτόησε τον «Τσακ».

Τουναντίον, τον μπόλιασε με επιπλέον πείσμα κι επιπλέον θέληση, με αποτέλεσμα να πάρει μια κομβική απόφαση: δε θα επέστρεφε για τον τέταρτο και τελευταίο του χρόνο στο κολέγιο κι αντ’ αυτού θα επιχειρούσε το μεγάλο τόλμημα της μετάβασης στο NBA! Κι όπως σε κάθε μεγάλη στιγμή της καριέρας του, έτσι κι εδώ θα είχε ν’ αντιμετωπίσει ουκ ολίγους αμφισβητίες.

Όταν ο Τσαρλς Μπάρκλεϊ επιλέχθηκε στο νούμερο 5 του ντραφτ του 1984 από τους Φιλαντέλφια Σίξερς, πολλοί βιάστηκαν να αποδοκιμάσουν την εν λόγω απόφαση του γενικού διευθυντή της ομάδας, Πατ Γουίλιαμς. Ο ίδιος όμως  για πολλοστή φορά κατάφερε με όπλο το πείσμα και το ταλέντο του να μην πτοηθεί και να δείξει από την πρώτη στιγμή από τι μέταλλο ήταν φτιαγμένος κάνοντας τα πρώτα του σημαντικά βήματα για μια μεγάλη καριέρα στα γήπεδα του ΝΒΑ, που του εξασφάλισε μια θέση στο Hall Of Fame του 2006.

Google search engine

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*