Ο Φώτσης γίνεται ο πρώτος Έλληνας ΝΒΑer!

Κατά καιρούς αρκετοί Έλληνες παίκτες με σπουδαία καριέρα είχαν «φλερτάρει» έντονα με τη μετάβαση στο ΝΒΑ, όμως εκείνος που έγραψε το όνομά του με «χρυσά» γράμματα στα βιβλία της ιστορία ήταν ο Αντώνης Φώτσης. 

Σε ηλικία μόλις 20 ετών, ο «Μπάτμαν» τόλμησε να ρισκάρει για να εκπληρώσει το όνειρό του. Εξάλλου, παρά το νεαρό της ηλικίας του είχε ήδη εξελίχθεί σε σημαντικό παίκτη του Παναθηναϊκού από τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και αποφάσισε να πάει κατευθείαν στο ΝΒΑ, έχοντας επιλεχθεί στο νούμερο 48 του ντραφτ της ίδιας χρονιάς από τους Γκρίζλις. 

Στην ομάδα του Βανκούβερ πίστευαν πολύ στο ταλέντο του, που σε συνδυασμό με τα «ελατήρια» στα πόδια του και το εξαιρετικό μακρινό σουτ, τον καθιστούσαν σε έναν μοντέρνο φόργουορντ, που είχε και το πλεονέκτημα του ύψους (2.08μ). Στην πράξη αποδείχτηκε πως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα.  

Οι Καναδοί είχαν φέρει από την Μπαρτσελόνα τον φοβερό και τρομερό Πάου Γκασόλ στη θέση του σέντερ, ο οποίος έκανε τρομερή πρώτη χρονιά στον «μαγικό κόσμο» με 17.6 πόντους, 8.9 ριμπάουντ και 2.8 ασίστ ανά ματς, ο οποίος έπαιζε και στο «4» λόγω της παρουσίας του αξιόλογου Λόρενζ Ράιτ. Στις θέσεις των φόργουορντ δέσποζε  οι μορφές των «σκληροτράχηλου» Σέιν Μπατίερ και του Στρομάιλ Σουίφτ, οι συμπληρωματικοί Γκραντ Λονγκ και Τόνι Μάσενμπεργκ έδιναν καλές λύσεις και ο Φώτσης είχε μείνει πιο πίσω στο rotation.  

Το ντεμπούτο του συνδυάστηκε από τη συντριβή με «θύτη» τους Λέικερς του Κόμπι Μπράιαντ και του Σακίλ Ο’ Νιλ με 110-86 και τον ίδιο να μην ξεφεύγει από το «ναυάγιο» της ομάδας του, έχοντας 4 πόντους με 2/7 σουτ εντός πεδιάς και 2 ριμπάουντ σε 12 λεπτά συμμετοχής. Ο χρόνος του έπεσε κι άλλο, με την πρώτη του ενθαρρυντική εμφάνιση να έρχεται λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του 2002 έχοντας 11 πόντους με 5/8 σουτ και 9 ριμπάουντ απέναντι στους Νιου Τζέρσι Νετς, παιχνίδι που αποτέλεσε το προμήνυμα για την 19η Ιανουαρίου, όπου «έκλεψε» την παράσταση στο ματς με τους Ορλάντο Μάτζικ μετρώντας 21 πόντους με 8/14 σουτ εντός πεδιάς και 7 ριμπάουντ.  

Κι εκεί που όλοι περίμεναν την «απογείωσή» του, εκείνος παρέμεινε στάσιμος για να φτάσουμε στον Απρίλη, όπου έκανε κάποια καλά ματς, αλλά οι 10 πόντοι και τα 6 ριμπάουντ που είχε στην ήττα από τους Σιάτλ Σούπερσονικς στις 18/4 αποτέλεσαν και το «κύκνειο άσμα» του στο ΝΒΑ, όπου έπαιξε συνολικά σε 28 ματς (μόλις μια φορά βασικός) με μέσο όρο 3.9 πόντους  και 2.2 ριμπάουντ ανά αγώνα. Πολλοί πίστευαν ότι είχε μέλλον αρκεί να ωρίμαζε και να προσαρμοζόταν καλύτερα, όμως ο ίδιος δεν επέμεινε και το καλοκαίρι του 2002 γύρισε στην Ευρώπη για να φορέσει ξανά την «πράσινη» φανέλα. 

Google search engine

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*